ἐϋστρεφής

ἐϋστρεφής, ές, ([etym.] στρέφω)
A well-twisted, of a bow-string,

ἐϋστρεφέα νευρήν Il.15.463

; of a lyre-string,

ἐϋστρεφὲς ἔντερον οἰός Od.21.408

; πεῖσμα ἐϋ. 10.167;

ὅπλῳ ἐϋστρεφέϊ 14.346

;

ἐϋστρεφέεσσι λύγοισι 9.427

; v. εὔστροφος.
II shapely,

ὦμοι Simm.1.10

(s.v.l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐυστρεφής — ἐϋστρεφής , ἐυστρεφής well twisted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εϋστρεφής — ἐϋστρεφής, ές (Α) 1. (για χορδή τόξου ή λύρας) ο στριμμένος καλά («ἐϋστρεφέα νευρήν», Ομ. Ιλ.) 2. καλοσχηματισμένος, αρμονικός («ἐϋστρεφεῑς ὦμοι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + στρεφής (< *στρέφος < στρέφω), πρβλ. αμφι στρεφής, επι στρεφής] …   Dictionary of Greek

  • ἐυστρεφεῖ — ἐϋστρεφεῖ , ἐυστρεφής well twisted masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐϋστρεφεῖ , ἐυστρεφής well twisted masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυστρεφέα — ἐϋστρεφέα , ἐυστρεφής well twisted neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐϋστρεφέα , ἐυστρεφής well twisted masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυστρεφές — ἐϋστρεφές , ἐυστρεφής well twisted masc/fem voc sg ἐϋστρεφές , ἐυστρεφής well twisted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυστρεφέεσσι — ἐϋστρεφέεσσι , ἐυστρεφής well twisted masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυστρεφέι — ἐϋστρεφέϊ , ἐυστρεφής well twisted dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυστρεφέων — ἐϋστρεφέων , ἐυστρεφής well twisted masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.